Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

ΑΒΕΛΑΡΔΟ ΚΑΣΤΙΓΙΟ!




ABELARDO CASTILLO


ESPEJOS

Antes que yo, dos hombres han sentido
el sagrado pavor de los espejos.
No soy yo, es mi miedo lo que mido
con esos dos, tan altos y tan lejos.

Poe y Borges supieron de esta rara
maldición de la luz: la que duplica
el horror paulatino de mi cara
que en vejez, tiempo y muerte se disipa.

Dios debiera velarnos a estos jueces
de la ruina del alma y de sus grietas.
Ya es pecado morir, por qué mil veces
matarse entre cristales y aguas quietas.

Por eso no hay espejos en mi casa.
En la pared, un gran dibujo intenta
fijar mi antigua cara. El tiempo pasa
y me asesina sin que yo lo sienta.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΜΝΗΜΗ, ΜΗΔΕ ΛΗΘΗ




ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΟΥΔΑΚΗΣ


ΜΝΗΜΗ, ΜΗΔΕ ΛΗΘΗ

Λέγεται πως είναι φως
με την υπόθεση μιας μαργαρίτας
Οι μαθηματικοί προσδιόρισαν χρόνου αρχή
προσθέτοντας έπειτα έτη φωτός
Δόθηκε η αίσθηση ενός νέου γεγονότος
που σημαδεύτηκε με την ανάκτηση ενός κύκλου
για όλες εκείνες τις αχτίνες που φώλιασαν περίτρανα
Έπειτα ακολούθησε ακατάσχετη ροή
ενός μύθου που διαχύθηκε στο διάστημα

Ονομάστηκε φως της ποιήσεως
από ’κείνους
που πάντα ονειρευόντουσαν ταξίδι

Οι Λόγχες φωτός καρφώθηκαν σαν δέντρα
πάνω στη γη
Ποδοβολητά σκιών ακούστηκαν ν’ αποχωρούν
και κύματα γρανιτένια έμειναν μετέωρα

Επικράτησε η σιγή
με την απειλή των πάγων

Το φως εκείνο έφτασε για πρώτη φορά
ήταν παραπάνω από ένα χάδι
Μια που πρώτη φορά
όλοι εμείς μεταφράζουμε

Έμεινε ακίνητο για αιώνες κι έτη φωτός
Κολώνα στο κέντρο του διαστήματος
Πολύ μετέπειτα κέντρο των φυτών, των πουλιών
και των ζώων
Φάσμα στο παιγνίδι των κυμάτων
Της αίσθησης του απερίγραπτου
Των πετάλων μιας διαστημικής συνθήκης

Κι αν του δώσουμε νόηση φυγής
ανεβαίνοντας πάλι τα μαθηματικά
Μετρώντας και ξαναμετρώντας ταχύτητες
θερμότητες και αποστάσεις
Σαν ένα παράξενο κενό, γεμάτο σύνολα
που με αγκύλες περικλείει ο καλός μαθητής

Αν πάλι, γιατί το μέσον μιας σκέψης
η σύνδεση, ή η αποσύνδεση
Επειδή κάτι ζεστό που ονομάσαμε
το πρώτο χάδι
Που έλιωσε τους πάγους κι έφτιαξε
τις θάλασσες

Αυτή είναι μόλις η πρώτη δοκιμή
ή αλλιώτικα, η δομική κίνηση του διαστήματος

Επακολούθησαν εκτός των πρώτων ποιητών
Αφόρητα ο δικό σας θάνατος
Εξετάσαμε ήδη εκατομμύρια θανάτους
Που παίζουν σε επανάληψη
Πάλι τη γέννηση
και τον θάνατο ενός νέου αριθμού

Εμπιστευτείτε τι άλλο
Κάτι σαν τη διαστημική βαλίτσα
πάντα γεμάτη
σαρδελοποιημένα συμβάντα
Αφού η λύπη, ή το κλάμα
Ή, η χαρά, τη μέρα των γενεθλίων σας
Απόρρητο, απόρρητο ή σαν είδος μαγικό
Το επεξεργάζονται μόνο γνωστοί και φίλοι
πάνω απ’ το φέρετρο σας

Το φέρετρο σας μετέπειτα με φτερά!
Το σύμπαν δεν έχει σταυρωμένα χέρια
Δεν έχει φίλους, συγγενείς κι αηδίες
Πέταξε τα λουλούδια και τα δάκρυα

Όλα στη γη την καρπερή φυτεύτηκαν
Όλα και του σώματος πάθη
Όλα με μιας
Το φέρετρο σας το σύμπαν το ξεσήκωσε
κι ακόμα ψηλά
η μνήμη 
ή εν πολλοίς η λήθη

Όλα αηδίες για το σύμπαν
Ταξιδεύει και κείνο μαζί σας
Κρατώντας την ίδια βαλίτσα αποσκευών
Με διαστημικούς και παράταιρους χρόνους
Με κλίμακα, χάρακα, διεύθυνση και φτερά

Στην απερίγραπτη αυτή σκηνή
γεννήθηκαν θρησκείες, ακολούθως
Αμερικάνικες πολυεθνικές ψυχοφαρμάκων

Αντισταθείτε στην απειλή
και ζήστε του θανάτου
Ζήστε προπαντός της ζωής
και του θανάτου τον τύμβο
άλλος!  
Ανθοστόλιστος του ονόματος σας
Εν πολλοίς μνήμη, μηδέ λήθη!

ΑΛΙ ΤΣΟΥΜΑΣΕΡΟ!




ALÍ CHUMACERO


POEMA DE AMOROSA RAÍZ

Antes que el viento fuera mar volcado,
que la noche se unciera su vestido de luto
y que estrellas y luna fincaran sobre el cielo
la albura de sus cuerpos

Antes que luz, que sombra y que montaña
miraran levantarse las almas de sus cúspides;
primero que algo fuera flotando bajo el aire;
tiempo antes que el principio.

Cuando aún no nacía la esperanza
ni vagaban los ángeles en su firme blancura;
cuando el agua no estaba ni en la ciencia de Dios;
antes, antes, muy antes.

Cuando aún no había flores en las sendas
porque las sendas no eran ni las flores estaban;
cuando azul no era el cielo ni rojas las hormigas,
ya éramos tú y yo.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ


ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

     Θυμόταν κανείς γέροντες, δασκάλους που τόν άφησαν ορφανό
                     ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

              Στη Ρένα Μπαζούκα


Εισήλθε κατά τις πρώτες πρωινές ώρες στην άδεια από ζωή αίθουσα
του σχολείου,
δίχως να κρατά την ξύλινη ράβδο και το δερμάτινο σημειωματάριο της.
Κι ανοίγοντας ύστερα το βιβλίο στην σελίδα 451,
ανακάλεσε στην μνήμη της, χωρίς να χρονοτριβεί ιδιαιτέρως,
εικόνες βυζαντινές κι αγάλματα αρχαϊκά, 
γεγονότα και στιγμές,
αλλοιωμένα δυστυχώς απ’ τη δυσβάσταχτη
ροή του χρόνου.
 Στο πρωινό ωστόσο προσκλητήριο  ουδείς απ' τους χαμένους στα πέρατα
του κόσμου μαθητές της ανταποκρίθηκε.
Δάκρυα θλίψης σκέπασαν τις ρωγμές του μαρμάρινου προσώπου της,
σαν σηκώθηκε ολόρθη και στην προσπάθειά της
ν' αποφύγει συναντήσεις
με ραβδοσκόπους και καιροσκόπους ακαθόριστης ταυτότητας,
κατάφερε να γράψει με την μουχλιασμένη κιμωλία μερικούς 
δυσνόητους στίχους στον μαυροπίνακα 
του Έζρα Πάουντ.
Και προχωρώντας κατόπιν προς την έξοδο των αγρών 
και των υψιπέδων,
ακούσθηκαν κάτι θορυβώδεις τριγμοί κλείνοντας βιαστικά
την σάπια πόρτα,
καθώς απομακρυνόταν απ' τα χαλάσματα του παρελθόντος.
Την είδαν κάποιοι περαστικοί, ίσως και μαθητές της
με τα πένθιμα βλέμματά τους
να χάνεται πίσω απ' τις γκρίζες σκαλωσιές αυτού του κόσμου, 
όπου ούρλιαζαν αδέσποτοι σκύλοι και γυναίκες
που τις εγκατέλειψαν
εν μία νυκτί στα λιμάνια άρρενες ναύτες απ' την Μασσαλία, 
καθ' όλη την ώρα, που οι δείκτες του ρολογιού 
του μεσαιωνικού καμπαναριού 
της Σιένας,
βαρύθυμοι απ' την σκουριά και την υγρασία των χρόνων, 
είχαν σκαλώσει ακριβώς στις δώδεκα και δέκα.

Δημοτική Πινακοθήκη Κέρκυρας, 28 Απριλίου 2017